Τετάρτη 22 Νοεμβρίου 2017

Κέτε Κόλβιτς :Πίστη στις ανθρώπινες αξίες με όπλο τα πινέλα και τη σμίλη

Η Ανατολή Βροχαρίδου παρουσιάζει γυναικείες προσωπικότητες με μεγάλη συμβολή στον Πολιτισμό και τις Τέχνες. Σειρά έχει η χαράκτρια και γλύπτρια Κέτε Κόλβιτς

Άνοιξε το παράθυρο να μπει καθαρός αέρας, μήπως και η ημικρανία που την ταλαιπωρούσε από το πρωί μπορέσει να καταλαγιάσει. Ο καθαρός αέρας όμως, αντί για ανακούφιση, γέμισε το δωμάτιο με τα συνθήματα του μαζεμένου πλήθους στην πλατεία, που καλούσαν όλους τους πολίτες ξανά σε επιστράτευση, με στόχο την ύστατη αντίσταση για να σωθεί η τιμή της Γερμανίας. Έκλεισε το παράθυρο και τα αυτιά της για να προστατέψει την ψυχή της από το μαρτύριο που έτσι κι αλλιώς καθημερινά τη βασάνιζε.
Πόλεμος… μια λέξη που όταν την άκουγε ένιωθε το στομάχι της να σφίγγεται σα γροθιά στα σπλάχνα της,, το αίμα της να αδειάζει από τις φλέβες και την ανάσα της να μη βρίσκει έξοδο στο λαρύγγι της.
Μαζεύτηκε σε μια γωνία αποκαμωμένη, αγκάλιασε τα πόδια της, έσκυψε το κεφάλι ανάμεσά τους μουρμουρίζοντας ξανά και ξανά….οι καρποί της σποράς δεν πρέπει να θαφτούν….και πιο δυνατά….οι καρποί της σποράς δεν πρέπει να θαφτούν….και στο τέλος ούρλιαζε μήπως και σταματήσει τον πόνο της, μήπως και σταματήσει το ανόητο πλήθος που γύρευε να θάψει τους βλαστούς του.
Οι καρποί της σποράς δεν πρέπει να θαφτούν… αυτός ο στίχος του Γκαίτε για την Κέτε ήταν το ευαγγέλιό της…σαν ιεραπόστολος που διακήρυττε τη χριστιανική πίστη σε ιθαγενείς, έτσι κι η Κέτε διακήρυττε την πίστη στις ανθρώπινες αξίες με όπλο τα πινέλα και τη σμίλη. Τις ανθρώπινες αξίες που τις παρέσυρε πάλι στη δίνη της η ιστορία, όπως πάντα συνέβαινε και πάντα θα συμβαίνει…όταν την ιστορία την καθορίζουν άνθρωποι χωρίς καρδιά και τιμή.
Πόλεμος…και γέμιζε ο κόσμος μάνες χωρίς παιδιά…
Πόσα μοιρολόγια πρέπει να βγουν από τα ξεραμένα χείλη των μανάδων για να σταματήσει ο χαμός….πόσες παναγίες πρέπει να σκύψουν πάνω στα ξεψυχισμένα βλαστάρια τους για να σταματήσει το φονικό; Πόσες μάνες και πόσα παιδιά; Πόσες θυσίες χρειάζεται αυτός ο βάρβαρος θεός που υπηρετούν για να χορτάσει από το αίμα των αμούστακων παιδιών και από τα ουρλιαχτά των μανάδων;
Φτάνει… φτάνει πια…
Σηκώθηκε με δυσκολία πιάνοντας τα μηνίγγια της που ακόμη σφυροκοπούσαν, πήρε μια βαθιά ανάσα και κάθισε βαριά στην καρέκλα της, μπροστά στο τραπέζι που συνήθιζε να δουλεύει. Εκεί, σε αυτό το τραπέζι έγλειφε τις πληγές της… μια με το πινέλο, μια με κάρβουνο…και μαζί με τις δικές της πληγές ήθελε να γιάνει και τις πληγές όλου του κόσμου. Άπλωσε το χέρι της και χάιδεψε με χέρι της τη ράχη του βιβλίου που τη συντρόφευε συχνά τις βραδυνές ώρες, εκείνες τις ώρες που οι λύκοι αλυχτούν στις ψυχές των λαβωμένων
ανθρώπων. Ένιωθε μια ανακούφιση όταν διάβαζε τα λόγια κάποιου, που μπορούσε να νιώσει τον ανθρώπινο πόνο να διαπερνά τα εσώψυχα του και ο πόνος αυτός να αντί να τον λυγίσει… τον ψήλωνε ακόμη πιο πολύ, του έδινε ανάστημα και μιλιά απέναντι στο άδικο. Από τα λόγια αυτά έπαιρνε κουράγιο και ένιωθε ακόμη πιο βαθιά την υποχρέωση να συνεχίσει το δικό της πόλεμο απέναντι στις ασχήμιες αυτού του κόσμου.
Άνοιξε το βιβλίο και έσυρε μια επιστολή που έλαβε για ένα δείπνο, όπου μόνο γυναίκες ήταν καλεσμένες…γυναίκες με παιδιά…γυναίκες χωρίς παιδιά… μα όλες με το βλέμμα στραμμένο προς την τέχνη. Μια επιστολή που δίσταζε να ανοίξει στην αρχή…γιατί όλα τα άσχημα μαντάτα…αυτά που ο άλλος δειλιάζει να σε κοιτάξει στα μάτια και τα ξεστομίσει… τα σουλούπωναν σε λέξεις καλλιγραφικές και επιστολόχαρτα επίσημα και τα έστελναν.
Αυτή την επιστολή τη χάρηκε ακόμη πιο πολύ και από το βραβείο που κάποια στιγμή έλαβε για τα καλλιτεχνικά έργα της… για το ίδια έργα που πριν ένα χρόνο ο Κάιζερ είχε αρνηθεί να της δώσει το μετάλλιο της βράβευσης, καθώς δε συμφωνούσε με το περιεχόμενο τους.
Σηκώθηκε αργά και πλησίασε με αργά βήματα ξανά το κλειστό παράθυρο. Άφησε το βλέμμα της να περιπλανηθεί με ανακούφιση στην πλατεία που είχε αδειάσει, άνοιξε το παράθυρο και απλώνοντας τα χέρια της ψηλά στον αέρα ένιωσε προς στιγμή πως μπορούσε να σώσει τον κόσμο.

Κέτε Κόλβιτς (Käthe Kollwitz)
Γερμανία, Κένιγκσμπεργ 1867 – Δρέσδη 1945
 

Η γερμανίδα χαράκτρια και γλύπτρια Κέτε Κόλβιτς (1867-1945) υπήρξε αναμφίβολα μια από τις πλέον εμβληματικές φυσιογνωμίες στην Τέχνη του 19ου και του 20ού αιώνα. Γεννήθηκε και μεγάλωσε στα χρόνια της νεοσύστατης αυτοκρατορικής Γερμανίας και πέθανε λίγες ημέρες πριν τη λήξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Η διαδοχή των γεγονότων συμβαδίζει με την προσωπική ιστορία της, από την ξέγνοιαστη νιότη ως την σοβαρή ωριμότητα. Έζησε την πορεία της χώρας της από την αθωότητα ως τον παραλογισμό του εθνικοσοσιαλισμού, αλλά και τον εξευτελισμό της ανθρώπινης ύπαρξης στους δύο μεγάλους πολέμους. Το έργο της έχει έντονο αντιπολεμικό χαρακτήρα και εξαιρετική συγκινησιακή φόρτιση.
Το έργο της χαρακτηρίζεται από αίσθημα χρέους και αφοσίωσης στα ιδεώδη της, για κοινωνική δικαιοσύνη, ενώ τα εκφραστικά της μέσα εκπέμπουν ειλικρίνεια και συναισθηματισμό χωρίς στόμφο. Την ενδιέφερε περισσότερο η γραμμή από το χρώμα και γι’ αυτό συγκέντρωσε την προσοχή της στη χαρακτική και τη γλυπτική. Όταν προτάθηκε για το χρυσό μετάλλιο της μεγάλης έκθεσης τέχνης στο Λέεστερ Μπάνοχ του Βερολίνου, ο Κάιζερ διαφώνησε για λόγους πολιτικούς, ως προς το περιεχόμενο των έργων και δεν επέτρεψε να δοθεί το μετάλλιο στην Κόλβιτς. Παρ’όλα αυτά, το έργο αυτό την ανέδειξε στην πρώτη γραμμή των Γερμανών καλλιτεχνών και βραβεύτηκε τελικά ένα χρόνο αργότερα στη Δρέσδη, το 1890.
Από νωρίς είχε αναπτυχθεί μέσα της μια ισχυρή κοινωνική συνείδηση, η οποία αποτυπώνεται στο έργο της. Πολλές φορές βρέθηκε σε σύγκρουση με το καθεστώς, πιο έντονη όμως ήταν η δική της εσωτερική πάλη, η προσπάθεια να ισορροπήσει ανάμεσα στη χαρά της ζωής και τη φρίκη του θανάτου και του εξευτελισμού. Έχασε τον μικρότερο γιο της Πέτερ στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο και τον εγγονό της -επίσης Πέτερ- στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Τα έργα της απαγορεύτηκαν από τους Ναζί και η Γκεστάπο την κυνήγησε. Το σπίτι της καταστράφηκε από τους βομβαρδισμούς. Όμως, παρά τη φασματική παρουσία του θανάτου, δεν υπάρχει στα έργα της η ατμόσφαιρα του πανικού και του ιλίγγου που μετατρέπει τον θάνατο σε έμμονη ιδέα. Τουναντίον, η περίπτωσή της είναι τόσο ιδιαίτερη και μας καθηλώνει γιατί μέσα από τη συνάντηση δυο διαφορετικών στυλ και αντιλήψεων (από τη μια το συμβολισμό του 19ου αιώνα και από την άλλη τον εξπρεσιονισμό του 20ού αι.) γεννιέται ένας ρεαλισμός που ποτέ δεν υπερβάλλει ενώ συμμερίζεται την ανθρώπινη κατάσταση.
Το 1919 άρχισε να δουλεύει τη σειρά λιθογραφιών στη μνήμη του δολοφονημένου ηγέτη των σπαρτακιστών Καρλ Λίμπκνεχτ, του οποίου ο θάνατος τη συγκλόνισε. Στην κριτική που της ασκήθηκε ότι κάνει πολιτική μέσα από το έργο της έγραψε, ότι “ως γυναίκα και ως καλλιτέχνης έχω το δικαίωμα να δείξω τον αποχαιρετισμό των εργατών προς τον Λίμπκνεχτ, και να τον αφιερώσω στους εργάτες, χωρίς ταυτοχρόνως να ακολουθώ πολιτικά τον Λίμπκνεχτ”.
Πέθανε κοντά στη Δρέσδη όπου είχε καταφύγει για τους βομβαρδισμούς λίγο πριν λήξει ο Β΄ Παγκόσμιος πόλεμος.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου